«Δεν ήμασταν ξένοι. Αλλά δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ.
Δεν υπήρχε τίποτα εντυπωσιακό στη στιγμή που βρεθήκαμε. Μόνο εκείνη η περίεργη
ακρίβεια, με την οποία οι μοιραίες συναντήσεις μοιάζουν εκ των υστέρων σαν να
είχαν ραντεβού.
Δεν υπήρχε τίποτα το μυθιστορηματικό στη στιγμή που βρεθήκαμε. Μόνο εκείνη η
ανεξήγητη οικειότητα που έχουν όλα εκείνα που μοιάζουν εκ των προτέρων με
συμπτώσεις.
Δεν υπήρχε τίποτα, αλήθεια. Καμία ένδειξη πως αυτή η στιγμή θα χρειαζόταν αργότερα τόσες λέξεις.
Ίσως μόνο μια ανεπαίσθητη μετατόπιση, αν αυτό μπορώ να το δεχτώ ώστε κάπως να
το δικαιολογήσω.
Σαν να μετακινήθηκε κάτι χωρίς να φανεί. Σαν να άλλαξε ελάχιστα η θέση του
κόσμου και χρειάστηκε να αναρωτηθώ.
Στιγμιαία σκέφτηκα πως, αν μέναμε λίγο ακόμη εκεί, κάτι θα άρχιζε να ζητά εξήγηση.
Κι όχι επειδή ήταν ασαφές. Αλλά επειδή ήταν απόλυτα ακριβές. Σαν αδιόρατο άγχος
που σε κρεμά ανάμεσα στην πιθανότητα και στον κίνδυνο να μη συμβεί τίποτα.
Δεν είχα σκεφτεί τι θα πούμε. Δεν υπήρχε λόγος – γιατί να υπάρχει λόγος. Ούτε τι θα
γίνει. Ούτε ποια εκδοχή του εαυτού μου θα εμφανιζόταν πρώτη σ’ εσένα.
Κανέναςλόγος.
Μα πριν έρθω… δεν έβρισκα τι να βάλω.»